Γεφύρια
Τα γεφύρια, άλλοτε πέτρινα και απόλυτα εναρμονισμένα με το φυσικό περιβάλλον κι άλλοτε πάλι σιδερένια κι αναπόσπαστα κομμάτια του τεχνητού πολιτισμού, αποτελούν σημαντικό μέσο επικοινωνίας για τον εκάστοτε διαβάτη. Τα τοπία της Ηπείρου, της Θράκης, της Δυτικής Μακεδονίας, της Γορτυνίας και του Πηλίου, είναι διάσπαρτα από πανέμορφα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια, που συνδυάζονται αρμονικά με τη φύση και προσδίδουν ιδιαίτερη γραφικότητα στα διάφορα ποτάμια πάνω από τα οποία στέκονται αγέρωχα.
Η ανάγκη του ανθρώπου να περνά στην αντίπερα όχθη του ποταμού μεταφέροντας με ασφάλεια τα προϊόντα ή τα ζώα του, είχε γεννηθεί ήδη από πολύ παλιά. Οι πρώτες γέφυρες κατασκευασμένες το 4.000 π.Χ. από τον νεολιθικό άνθρωπο ήταν επεξεργασμένοι λίθοι που γεφύρωναν μικρά χωρίσματα γης. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανακάλυψη υλικών όπως η πέτρα, το ξύλο και κυρίως το τσιμέντο, επετεύχθη η γεφύρωση ακόμα μεγαλύτερων αποστάσεων. Έτσι διαμορφώθηκαν και οι τρεις τύποι γεφυρών, οι κρεμαστές, οι τοξότες και οι γέφυρες με δοκούς.
Σε αντίθεση με τη Ρωμαϊκή εποχή, όπου κατασκευάστηκε μεγάλος αριθμός γεφυρών, στην αρχαία Ελλάδα η περιοδική ροή των περισσοτέρων Ελληνικών ποταμών δεν καθιστούσε αναγκαία τη δημιουργία τους. Το Μεσαίωνα στην Ευρώπη κατασκευάστηκαν γέφυρες που είχαν σχήμα οξυκόρυφου τόξου, ενώ κατά τον 17ο-18ο αι. δημιουργήθηκαν τα πρώτα πέτρινα οικοδομήματα. Τον 19ο αι. η ανάπτυξη της μεταλλουργίας είχε ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί ο σίδηρος ως πρωταρχικό δομικό υλικό, ενώ κατά τον 20ο αι. τα γραφικά πέτρινα γεφύρια αντικαταστάθηκαν από μεγάλες σιδερένιες κατασκευές.
Τα γεφύρια, αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνικού τοπίου, είναι άρρηκτα δεμένα και με λαϊκούς μύθους. Οι ελλείψεις στα κατασκευαστικά μέσα του 17ου-18ου αι., όπου αυτά τα γοητευτικά δημιουργήματα του ανθρώπου γκρεμίζονταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξήραν τη φαντασία του λαού μας, που φαίνεται ότι απέδιδε την αποτυχία σε κάποιο φυσικό oν, που εχθρεύονταν τους μαστόρους και χαλούσε τις κατασκευές τους. Χαρακτηριστικό είναι το πέτρινο γεφύρι της Άρτας που έχει τραγουδηθεί περισσότερο από κάθε άλλο.
Σύμφωνα με τη λαϊκή μας παράδοση, το γεφύρι θα μπορούσε να στεριώσει μόνο αν ο πρωτομάστορας θυσίαζε τη γυναίκα του και κατεύναζε έτσι την οργή του στοιχειού. Ένας άλλος πάλι λαϊκός μύθος για το Λάδωνα, παραπόταμο του Αλφειού, έλεγε ότι το γεφύρι ήταν στοιχειωμένο, γιατί κάποτε στα θεμέλια του θυσιάστηκαν δύο άνθρωποι προκειμένου να στεριώσει. Τέλος, ένας διαφορετικός θρύλος μας περιγράφει το πώς χτίστηκε το "Γεφύρι του Διαβόλου" στον Κρεμαστό ποταμό στην Τροιζήνα. Ένας πασάς θέλησε να γεφυρώσει το ποτάμι προκειμένου να πηγαίνει για κυνήγι. Το έργο ανέλαβε ένας φτωχός τεχνίτης έναντι μικρής αμοιβής. Οι δύο αποτυχημένες προσπάθειές του όμως, τον ανάγκασαν να συνωμοτήσει με το διάβολο, ο οποίος και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει, αρκεί να του έδινε ότι ζητούσε. Το γεφύρι στέριωσε, αλλά τόσο ο μάστορας όσο και η οικογένειά του χάθηκαν αργότερα.
Ανάμεσα λοιπόν στη ποικιλόμορφη βλάστηση με τις έντονες εναλλαγές και πάνω από τα άλλοτε αφρισμένα κι άλλοτε ήρεμα νερά των ποταμών, τα πέτρινα γεφύρια δίνουν αλλιώτικο χρώμα στο τοπίο αναβιώνοντας θρύλους και δοξασίες. Η τεχνολογία θα πρέπει να συνυπάρξει ή ακόμα και να στηρίξει κάθε κομμάτι της παράδοσης που αξίζει να μένει ζωντανό και να προσδιορίζει έτσι τις ρίζες και την ταυτότητά μας.
Copyright 1999 - 2007